“Τάγμα Ασφαλείας Λεωνίδας”, η γέννηση μια μονάδας “γερμανοτσολιάδων”

Τα τάγματα ασφαλείας άρχισαν να συγκροτούνται από το 1943, όταν η κατοχική κυβέρνηση του Ι. Ράλλη αντιλήφθηκε ότι ο ΕΛΑΣ επιχειρούσε να θέσει υπό τον έλεγχο του τη χώρα, παραγκωνίζοντας ή και εξαφανίζοντας ακόμα και τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις. Πολλά έχουν λεχθεί για τα αμφιλεγόμενα πράγματι αυτά τμήματα. Τα τάγματα παρουσιάζονται από την αριστερά, ως σήμερα, ως προδοτικές οργανώσεις που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, με τον ίδιο τρόπο που παλαιότερα παρουσιάζονταν σχεδόν ως εθνικές οργανώσεις.

Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Και αν το αξίωμα αυτό ισχύει γενικά, ισχύει ακόμα περισσότερο για την περίπτωση του Τάγματος Ασφαλείας Σπάρτης «Λεωνίδας». Η κατάληψη της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα όχι μόνο δεν έσβησε, αλλά αντίθετα ενδυνάμωσε το πνεύμα αντίστασης των Ελλήνων. Το πνεύμα αυτό υπήρξε απόρροια των υπερήφανων νικών που είχε επιτύχει ο Στρατός κατά των Ιταλών, αλλά και της ηρωικής αντίστασής του στους Γερμανούς. Το πνεύμα του μετώπου κρατιόταν ζωντανό. Έτσι η αντίσταση των Ελλήνων κατά των κατακτητών άρχισε αυτόματα και άμεσα σε όλη τη χώρα, ανάλογα με τις κατά τόπους δυνατότητες και συνθήκες.

Στην Πελοπόννησο ειδικότερα αναπτύχθηκαν σταδιακά ανταρτικές ομάδες του ΕΛΑΣ. Την κατάσταση ήρθε να ανατρέψει η κίνηση του ίλαρχου Τηλέμαχου Βρεττάκου, ο οποίος συγκρότησε με ίδια πρωτοβουλία αντιστασιακή οργάνωση, η οποία αναγνωρίστηκε και από την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Καίρου. Ο ίλαρχος Βρεττάκος είχε ενταχθεί αρχικά στο ΕΑΜ, αλλά σταδιακά κατάλαβε ότι αυτό εξυπηρετούσε και πολιτικούς σκοπούς της ηγεσίας του ΚΚΕ, πέραν του εθνικοαπελευθερωτικού του χαρακτήρα. Ευθύς εξαρχής όμως η κίνηση του ιλάρχου Βρεττάκου βρέθηκε απέναντι στον ΕΛΑΣ και τον βρήκε επίσης απέναντί της.

Η ηγεσία του ΕΛΑΣ επιθυμούσε την μονοπώληση της εθνικής αντίστασης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την ίδια εκείνη περίοδο (φθινόπωρο 1943) είχε ήδη ξεκινήσει ο εμφύλιος πόλεμος στα ελληνικά βουνά, με τον ΕΛΑΣ να επιτίθεται τόσο στον ΕΔΕΣ, όσο και στην ΕΚΚΑ του ηρωικού Ψαρρού. Με τον ίδιο τρόπο ο ΕΛΑΣ είδε εξαρχής εχθρικά και την κίνηση του Βρεττάκου, την οποία αγκάλιασε σε μεγάλο βαθμό, ο κατά βάση συντηρητικών φρονημάτων, λαός της Λακωνίας. Όσο η οργάνωση του Βρεττάκου ισχυροποιούνταν, τόσο η εχθρότητα του ΕΛΑΣ αυξάνονταν. Ο Βρεττάκος είχε κατορθώσει από τον Ιούνιο του 1943 να επεκτείνει το δίκτυο της οργάνωσής του σε ολόκληρη τη Λακωνία.

Επειδή ο Βρεττάκος στερούνταν οπλισμού ήρθε σε επαφή με το συμμαχικό στρατηγείο Μέσης Ανατολής από το οποίο του υποσχέθηκαν να του προμηθεύσουν οπλισμό. Τα όπλα θα ρίχνονταν από αεροπλάνα τις νύχτες 10,11 και 12 Αυγούστου 1943. Ως τόπος είχε οριστεί η περιοχή Βασιλικών Ταϋγέτου. Ο ΕΛΑΣ όμως πληροφορήθηκε τα καθέκαστα και επιτέθηκε αιφνιδιαστικά κατά του Βρεττάκου και των ανδρών του που περίμεναν τα όπλα. Στη μάχη που ακολούθησε οι περισσότεροι άνδρες του Βρεττάκου, με τον ίδιο επικεφαλής κατάφεραν να διαφύγουν.

Δύο άνδρες του Βρεττάκου που αιχμαλωτίστηκαν, ο επίατρος Σακελλαρίδης και ο μαχητής Λιαράκος οδηγήθηκαν σε κοντινό ναΐσκο όπου και εκτελέστηκαν με αγριότητα. Στη συνέχεια ο ΕΛΑΣ άρχισε να καταδιώκει τον Βρεττάκο με στόχο την οριστική διάλυση της οργάνωσής του. Τελικά κατάφερε να παγιδεύσει τον ίλαρχο και τους άνδρες του στις 27 Οκτωβρίου, έξω από την Καλαμάτα, στο Παλαιοχώρι. Εκεί δόθηκε διήμερη μάχη, με προδιαγεγραμμένο όμως αποτέλεσμα.

Ο Βρεττάκος και 17 άνδρες του, αιχμαλωτίστηκαν και δολοφονήθηκαν. Μετά τη φυσική εξόντωση του Βρεττάκου ο ΕΛΑΣ εξαπέλυσε ένα κύμα τρομοκρατίας κατά όλων των εμπλεκομένων με την οργάνωσης, το οποίο σταδιακά επεκτάθηκε και σε όλους τους μη ταυτιζόμενους ιδεολογικά μαζί του. Τότε άρχισαν να λειτουργούν και τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Πελοπόννησο όπου κλείνονταν όλοι οι «εχθροί του λαού».

Απόφαση συγκρότησης

Μετά την εξόντωση του Βρεττάκου δεν φαινόταν να υπάρχει κανένα εμπόδιο στην πλήρη επικράτηση του ΕΛΑΣ στην Λακωνία. Οι τρομοκρατημένοι Λάκωνες δεν θα τολμούσαν να αμφισβητήσουν την κυριαρχία του ΕΛΑΣ, έστω και αν δεν συμφωνούσαν με αυτή. Οι αντίθετες με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ πηγές κάνουν λόγο για όργιο τρομοκρατίας εις βάρος των αντιθέτων πολιτών. Ο ΕΛΑΣ μετά την εξόντωση του ιλάρχου Βρεττάκου προχώρησε και στη σύλληψη του αδελφού του Λεωνίδα.

Ο Λ. Βρεττάκος κλείστηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Αναβρύτης και θα εκτελούνταν, αν δεν προλάβαινε, την ορισμένη μέρα της εκτέλεσής του, να τον απελευθερώσει μια ομάδα ανδρών του νεκρού αδερφού του από το χωριό Σόχα, με επικεφαλής τον Λεωνίδα Παπαδάκο. Οι άνδρες του Παπαδάκου εξέλεξαν τον Λεωνίδα Βρεττάκο αρχηγό τους και σχηματίζοντας ανταρτική ομάδα κατέφυγαν στον Ταϋγετο. Αυτή ήταν η ιδρυτική πράξη του τάγματος «Λεωνίδας».

Μέσα σε αυτό το κλίμα άρχισε να γεννιέται η ιδέα για τη δημιουργία ενός εθελοντικού τάγματος εθνοφυλακής που θα είχε ως στόχο την προστασία των πολιτών από τις αυθαιρεσίες του ΕΛΑΣ. Στους αντιεαμικούς κύκλους, επικεφαλής των οποίων αναδείχτηκε ο Λεωνίδας Βρεττάκος, αδελφός του αδικοσκοτωμένου ιλάρχου Τηλέμαχου Βρεττάκου, κυριαρχούσε η σκέψη για το ξεκίνημα ενόπλου αγώνα κατά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Οι Γερμανοί θωρήθηκαν δευτερεύοντες εχθροί, αφού ήδη είχε ξεκινήσει η κατάρρευση του Άξονα – η Ιταλία είχε συνθηκολογήσει τον Σεπτέμβριου του 1943 και οι γερμανικές δυνάμεις βρίσκονταν σε συνεχή υποχώρηση σε όλα τα μέτωπα.

Οι Γερμανοί ήταν πλέον καθαρά ζήτημα χρόνου να αποχωρήσουν από την Ελλάδα, θεωρούσαν και αυτό που έπρεπε πρωτίστως να γίνει ήταν να ανατραπεί το σχέδιο του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ για την κομμουνιστοποίηση της Ελλάδας. Στις σκέψεις αυτές επέδρασε καταλυτικά και η δίψα για εκδίκηση του αδικοχυμένου αίματος, σύμφωνη με το πανάρχαιο μανιάτικο έθιμο της βεντέτας.

Από τα παραπάνω πάντως γίνεται φανερό ότι το τάγμα «Λεωνίδας» δεν συγκροτήθηκε, κατά βάσει, από καιροσκοπικά στοιχεία που αποσκοπούσαν σε απολαβές από τον κατακτητή. Ο πυρήνας του αποτελέστηκε από συνειδητά αντιεαμικά πρόσωπα, τα περισσότερα εκ των οποίων είχαν σοβαρούς προσωπικούς λόγους να απεχθάνονται το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Η ποιοτική αυτή διαφοροποίηση σε σχέση με πολλούς καταταχθέντες στα λοιπά τάγματα ασφαλείας που συγκροτήθηκαν την ίδια περίπου περίοδο.

Μετά την σωτηρία του, ο Βρεττάκος με τους επτά άνδρες του επιχείρησε να ανασυστήσει την οργάνωση του αδερφού, πυρήνες της οποίας είχαν απομείνει στη Σπάρτη και το Γύθειο. Σύντομα η οργάνωση άρχισε να αναπτύσσεται αναδιοργανώνοντας το δίκτυό της στη Σόχα και τον Μυστρά. Στο Μυστρά όμως επιτέθηκε ο ΕΛΑΣ, απαγάγοντας 12 κατοίκους, μεταξύ των οποίων και τα δύο ανήλικα παιδιά του στελέχους της οργάνωσης Δ. Δημητρακάκη.

Ο ΕΛΑΣ επέδραμε και εντός της Σπάρτης, στο σπίτι του Βρεττάκου, τον οποίον φυσικά δεν βρήκε εκεί. Βρήκε όμως τον Γεώργιο Καργάκο, φίλο και συμπολεμιστή του Βρεττάκου, τον οποίο και σκότωσε. Ακολούθησε νέα επίθεση του ΕΛΑΣ στον Μυστρά. Αυτή τη φορά οι διωκόμενοι είχαν φύγει και έτσι οι ΕΛΑΣίτες περιορίστηκαν στην πυρπόλυση των οικιών τους. Όλα δε αυτά τα γεγονότα συνέβαιναν πριν συγκροτηθεί το «τάγμα των γερμανοτσολιάδων». Μόνο μετά την αποχώρηση του Λ. Βρεττάκου, το 1944, το τάγμα εξετράπη προς το φιλογερμανικότερο.

Ο αδικοχαμένος ίλαρχος Βρεττάκος.