Θάρρος, εμπροσθογεμή & ξιφολόγχες νικούν τους Πρώσους με τα Dreyse

Ο Πόλεμος των Επτά Εβδομάδων (1866) υπήρξε μια καταστροφική για την Αυστρία πολεμική αναμέτρηση. Οι Πρώσοι αντίπαλοι των Αυστριακών ήταν εξοπλισμένοι με το οπισθογεμές «βελονοφόρο» τυφέκιο Dreyse την ώρα που οι Αυστριακοί στρατιώτες ήταν εξοπλισμένοι με εμπροσθογεμή τυφέκια ραβδωτής κάννης.

Ωστόσο η βασική αιτία της ήττας των Αυστριακών δεν ήταν τόσο ο παρωχημένος οπλισμός του πεζικού τους – υπερείχαν άλλωστε συντριπτικά σε ποιότητα πυροβολικού – αλλά η τραγική αδράνεια της ηγεσίας τους, του αρχιστρατήγου Λούντβιγκ φον Μπένεντεκ. Ειδικά αν ο Μπένεντεκ ενίσχυε τις δυνάμεις του Τράουντεναου, την ώρα που νικούσαν, ίσως όλη η πορεία του πολέμου να ήταν διαφορετική.

Πρωσική εισβολή

Το αυστριακό σχέδιο πολέμου ήταν εξαρχής προβληματικό. Αν και ο Μπένεντεκ είχε τη δυνατότητα να ελιχθεί επί εσωτερικών γραμμών πλήττοντας διαδοχικά τις τρεις αποκομμένες μεταξύ τους πρωσικές στρατιές, εντούτοις αρκέστηκε στην αδρανή αναμονή.

Έτσι η πρωσική 2η Στρατιά υπό τον διάδοχο πρίγκιπα Φρειδερίκο Γουλιέλμο, πέρασε μέσω των Ορέων των Γιγάντων στη Βοημία. Το πρωσικό 1ο Σώμα Στρατού (ΣΣ) του στρατηγού Άντολφ φον Μπόνιν κινήθηκε προς το Τράουτεναου, βόρεια του Κένιγκγρατς.

Οι δυνάμεις του Μπόνιν εκκαθάρισαν τα περάσματα νωρίς το πρωί και στις 10.00 το πρωί περίπου εισήλθαν στο άδειο από κατοίκους χωριό Τράουτεναου (σημερινό Τρουτνόφ). Το αυστριακό Χ ΣΣ του στρατηγού φον Γκάμπλεντς βάδιζε προς συνάντηση των Πρώσων. Ωστόσο οι αυστριακές δυνάμεις έφτασαν σταδιακά στο χωριό.

Η μάχη ξεσπά

Μόνο η Ταξιαρχία του συνταγματάρχη Μόντελ βρισκόταν ήδη στην περιοχή, στους λόφους πίσω από το χωριό παρατηρώντας τις πρωσικές κινήσεις. Οι πρωσική εμπροσθοφυλακή συγκρούστηκε εντός του χωριού με Αυστριακούς επίλεκτους ακροβολιστές (Jager – Κυνηγοί).

Ο Μόντελ έχοντας διαταγές να αποφύγει γενίκευση της σύγκρουσης μέχρι την άφιξη και των λοιπών μονάδων του Χ ΣΣ, απέσυρε τους κυνηγού του στους λόφους. Ο Μόντελ κατάφερε να κρατήσει τους Πρώσους έως τις 12.00. Ωστόσο τότε δέχτηκε την επίθεση της πρωσικής 1ης Μεραρχίας Πεζικού (ΜΠ) υποχρεώθηκε να υποχωρήσει. Η πρωσική 2η ΜΠ στο μεταξύ κατέλαβε τους λόφους πίσω από το χωριό.

Αυστριακή αντεπίθεση

Λίγο αργότερα έφτασε στην περιοχή και το υπόλοιπο αυστριακό Χ ΣΣ και ο στρατηγός Γκάμπλεντς διέταξε την ταξιαρχία του Βίμπφεν να επιτεθεί στους Πρώσους και αυτή του Γκρίβιτς να επιχειρήσει υπερκέραση του πρωσικού αριστερού πλευρού.

Την ίδια ώρα 40 αυστριακά πυροβόλα άνοιξαν πυρά κατά των Πρώσων στα υψώματα. Το αυστριακό πυροβολικό υποχρέωσε τον φον Μπόνιν να διατάξει υποχώρηση. Πριν όμως οι Πρώσοι ξεκινήσουν την υποχώρηση δέχτηκαν στην επίθεση του αυστριακού πεζικού που εξόρμησε με καθαρά ναπολεόντειο στυλ, σε πυκνή τάξη με προτεταμένες ξιφολόγχες.

Οι Πρώσοι, χάρη στα καλύτερα τυφέκιά τους κατάφεραν να σταματήσουν την επίθεση. Όμως περί τις 17.00 αφίχθη στο πεδίο και η τέταρτη ταξιαρχία του Χ ΣΣ, αυτή του συνταγματάρχη Κνέμπελ. Ο Κνέμπελ με δική του πρωτοβουλία, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση διά της λόγχης, ανακτώντας τα υψώματα και υποχρεώνοντας τους Πρώσους σε υποχώρηση.

Η κοιμωμένη ηγεσία

Καθ’ όλη τη διάρκεια της μάχης ο Γκάμπλεντς ζητούσε απεγνωσμένα ενισχύσεις από τον αρχιστράτηγο Μπένεντεκ. Οι εκκλήσεις του όμως δεν εισακούστηκαν από τον απόλυτα αδρανή αρχιστράτηγο. Κι όμως αν ο Μπένεντεκ είχε στείλει ένα ακόμα ΣΣ στην περιοχή, οι Αυστριακοί θα μπορούσαν να απωθήσουν τους Πρώσους πίσω από το πέρασμα στα Όρη των Γιγάντων, εξαλείφοντας τον θύλακα που δημιουργείτο ενώπιον του κύριου όγκου του αυστριακού στρατού.

Το αυτό όφειλε να κάνει και δυτικότερα, στο Νάχοντ, όπου και πάλι άφησε μόνο του το VI ΣΣ να μάχεται, χωρίς υποστήριξη, κατά των Πρώσων, αλλά και ανατολικότερα στο Άιπελ. Έτσι, λόγω της απειλής υπερκέρασης του Χ ΣΣ από αμφότερες τις πτέρυγές του, η ακριβή σε αίμα (4.787 απώλειες, έναντι 1.400 των Πρώσων) νίκη των Αυστριακών στο Τράουτεναου δεν είχε στρατηγικό αντίκρισμα.