Το ρωσικό ιππικό του Ιβάν του Τρομερού… Βογιάροι, Τάταροι, Κοζάκοι

Ο Ρωσικός Στρατός του 16ου αιώνα δεν διέφερε ουσιαστικά, παρά ελάχιστα από τους αντίστοιχους του 14ου και του 15ου αιώνα. Ο όγκος του αποτελείτο από τμήματα ιππικού, γηγενούς και μισθοφορικού.Το Ιππικό διακρίνονταν, κατ’ αρχήν, σε βαρύ και ελαφρύ. Το βαρύ ιππικό, με τη σειρά του, συγκροτούνταν, κατά κύριο λόγο από τους βογιάρους.

Κάθε Ρώσος ευγενής με έκταση γης άνω των 2,7 εκταρίων, ήταν υποχρεωμένος να παρέχει στρατιωτική υπηρεσία στον τσάρο. Για τον σκοπό αυτό όφειλε να διαθέτει τουλάχιστον ένα πολεμικό άλογο και τα ίδια όπλα και εφόδια. Για κάθε επιπλέον 2,7 εκτάρια γης ο αυτός ευγενής όφειλε να εξοπλίζει έναν ακόμα έφιππο ακόλουθο. Συνήθως κάθε ευγενής ιππέας έφερε μαζί του δύο ή και περισσότερα πολεμικά άλογα.

Εννοείται ότι οι πολύ ισχυρές οικογένειες βογιάρων, οι οποίες είχαν στην κατοχή τους τεράστιες εκτάσεις γης, ήταν ικανές να συγκροτούν ολόκληρους στρατούς, για λογαριασμό του κράτους, υποτίθεται, αλλά και για την προάσπιση των ίδιων συμφερόντων, όταν απαιτείτο.

Το βαρύ ιππικό, μέχρι την εποχή του Ιβάν, συγκροτούσε δύο σώματα, το σώμα των Ντβορ και των Ντέτι Μπογιάρσκι. Οι Ντβορ ήταν ευγενείς ιππείς που αμείβονταν για τις υπηρεσίες τους από το κράτος, είτε με χρήμα, είτε με την παραχώρηση εκτάσεων γης. Στο σώμα αυτό εντάσσονταν, κάθε φορά, οι ευνοούμενοι βογιάροι, έκαστου τσάρου. Οι άνδρες αυτοί συγκροτούσαν την, τρόπο τινά, φρουρά του τσάρου.

Οι Ντέτι Μπογιάρσκι (υιοί των βογιάρων) αποτελούσαν τον όγκο του ιππικού των τσάρων. Οι άνδρες του σώματος αυτού ήταν οι ακόλουθοι των βογιάρων, τους οποίους εξόπλιζαν οι ευγενείς, όπως ήδη αναφέρθηκε. Στο σώμα αυτό, αργότερα, κατατάσσονταν και πλούσιοι αστοί, οι οποίοι είχαν περιουσία ίσης αξίας με την έγγειο ιδιοκτησία των βογιάρων, μαζί με τους δικού τους ακολούθους.

Αντίθετα οι χριστιανοί Κοζάκοι, οι οποίοι σταδιακά ενσωματώθηκαν στην ρωσική κοινωνία, αν και ήταν επίσης μισθοφόροι, ουσιαστικά, ανέπτυξαν ιδιαίτερους δεσμούς με τους Ρώσους και αποτέλεσαν βασικό εργαλείο της ρωσικής πολεμικής μηχανής, μέχρι και την κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος.

Οπλισμός

Όσον αφορά τον οπλισμό του, το ρωσικό βαρύ ιππικό έφερε κυρίως «ανατολίτικο» οπλισμό και εξοπλισμό. Οι Ρώσοι βαριοί ιππείς ήταν εξοπλισμένοι με σύνθετο τόξο, κυρτή σπάθη, κοντό δόρυ, που χρησιμοποιείτο και ως ακόντιο ή ένα είδος δορυδρέπανου και εγχειρίδιο.

Ορισμένοι πολλοί πλούσιοι, έφεραν, από τα μισά του 16ου αιώνα και πιστόλες. Όσον αφορά την θωράκισή τους, ομοίαζε με την αντίστοιχη των Οθωμανών και των Τατάρων αντιπάλων τους, με ανατολίτικου τύπου κράνη, αλυσιδωτούς, ενισχυμένους με μεταλλικά ελάσματα θώρακες, περικνημίδες και περιχειρίδες. Στα κράνη συνήθως φέρονταν και αλυσιδωτό καταυχένιο.

Το βασικό όπλο του βαρέως ιππικού ήταν το, κατασκευασμένο από ξύλο και κέρατα ζώου, σύνθετο τόξο, το οποίο είχε μέγιστο βεληνεκές περί τα 600 μέτρα, με το λεγόμενοι κυνηγετικό βέλος, αν και σπάνια χρησιμοποιείτο σε αποστάσεις άνω των 100 μέτρων – με το λεγόμενο πολεμικό βέλος. Τα πολεμικά βέλη είχαν μήκος περί τα 61 cm, έναντι 90 cm. αυτών που χρησιμοποιούνταν στο κυνήγι.

Τα πολεμικά βέλη μπορούσαν να διατηρήσουν ξύλο πάχους 12,7mm. σε απόσταση 100 μέτρων. Τα κυνηγετικά βέλη χρησιμοποιούνταν και στον πόλεμο, στις αρχικές φάσεις της μάχης, λόγω του ανώτερού τους βεληνεκούς. Δεν μπορούσαν πάντως να πλήξουν επαρκώς θωρακισμένο στόχο.

Οι ιππείς ήταν επίσης εξοπλισμένοι με ένα είδος δόρατος – λόγχης, μικρού μήκους, το οποίο μπορούσε να απολήγει σε κοινή αιχμή και να χρησιμοποιείται και ως βαρύ ακόντιο, ή να απολήγει σε δρεπανοειδή αιχμή. Ο ιππέας μπορούσε να φέρει και ελαφρά, μικρού μήκους ακόντια, αντίστοιχα μα τα βυζαντινά «ριπτάρια», τα οποία, ανά τρία, φέρονταν σε ειδική θήκη, κρεμασμένη στην αριστερή πλευρά της ζώνης του ιππέα.

Ένα άλλο δημοφιλές, στις τάξεις των ευγενών, όπλο ήταν διάφορα είδη σιδηρών ροπάλων (κεφαλοθραύστες). Τέλος τον εξοπλισμό του ιππέα συμπλήρωνε η μακριά, κυρτή, ανατολικού τύπου, σπάθη (γιαταγάνι). Ορισμένοι ιππείς χρησιμοποιούσαν ίσιες, μακριές σπάθες.

Ελαφρύ ιππικό και Κοζάκοι

 Το ελαφρύ ιππικό των ρωσικών στρατών της εποχής ήταν πολυάριθμο και προέρχονταν από τους γειτονικούς λαούς, είτε τους Κοζάκους, είτε τους Τατάρους. Οι Τάταροι, μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, υπηρετούσαν ως μισθοφόροι στους ρωσικούς στρατούς, όχι όμως όταν οι Ρώσοι πολεμούσαν κατά των ομοφύλων τους.

Οι Κοζάκοι ήταν εξοπλισμένοι, αρχικά εξοπλισμένοι, με τόξα και σπάθες. Αργότερα εξοπλίστηκαν και με κοντόκαννα μουσκέτα ή αρκεβούζια. Οι Κοζάκοι υπηρετούσαν σε ίδιες μονάδες, με δικούς τους αρχηγούς. Οι Τάταροι μισθοφόροι, τέλος, ήταν εξοπλισμένοι με σύνθετο τόξο και σπάθη.