Το στασιαστικό κίνημα στην ΧΙΙΙ Μεραρχία Πεζικού… Διχασμός και ντροπή

Από το 1915 η Ελλάδα διχάστηκε βαθιά. Από τη μια πλευρά ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και από την άλλη ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Αμφότεροι πατριώτες αλλά με διαφορετική οπτική των πραγμάτων, συγκρούστηκαν και οδήγησαν την Ελλάδα στην καταστροφή.

Αιτία ήταν η στάση που όφειλε να τηρήσει η χώρα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για τον Κωνσταντίνο και το περιβάλλον του η Ελλάδα όφειλε να παραμείνει ουδέτερη αναμένοντας τις εξελίξεις μέχρις ότου λάβει εγγυήσεις για την εδαφική της ακεραιότητα και ανταλλάγματα. Η ουδετερότητα αυτή συνέφερε ιδιαιτέρως τη Γερμανία.

Για τον Βενιζέλο χρειαζόταν πιο τολμηρή πολιτική ακόμα κι αν αυτή είχε ως συνέπεια την παράδοση μέρους της Ανατολικής Μακεδονίας στη Βουλγαρία, όπως ζητούσαν οι σύμμαχοι της ΑΝΤΑΝΤ, προσφέροντας ανταλλάγματα στη Μικρά Ασία αλλά, λίγο αργότερα και την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.

Ο Βενιζέλος θέλοντας να πιέσει την κατάσταση έδωσε το πράσινο φως στους συμμάχους να αποβιβαστούν στη Θεσσαλονίκη χωρίς καν να ενημερώσει τον Κωνσταντίνο. Κατόπιν αυτού οι σχέσεις των δύο εκτραχύνθηκαν. Ο Κωνσταντίνος, πιστεύοντας και στη γερμανική νίκη, επέμεινε στην ουδετερότητα, μια ουδετερότητα που η παρουσία των γάλλο-βρετανικών δυνάμεων κατάντησε παρωδία.

Ακόμα χειρότερα ο Βασιλιάς δεν αντέδρασε όταν οι Βούλγαροι εισέβαλαν στη Μακεδονία κατέλαβαν αμαχητί το Ρούπελ και άρχισαν να σφάζουν και να λεηλατούν. Κορωνίδα του ελληνικού εξευτελισμού ήταν παράδοση του Δ’ Σώματος Στρατού και η μεταφορά του στη Γερμανία.

Αν τότε ο Κωνσταντίνος είχε το ψυχικό σθένος να κηρύξει πόλεμο κατά της Γερμανίας και των συμμάχων της Βουλγαρίας και Τουρκίας η ιστορία σήμερα θα ήταν διαφορετική. Δεν το είχε όμως επιμένοντας σε μια ηλίθια πολιτική ουδετερότητας που απλώς οδηγούσε σε αδιέξοδο.

Καλώς ή κακώς από την στιγμή που Τουρκία και Βουλγαρία ήταν σύμμαχοι των Γερμανών η Ελλάδα μόνο με την ΑΝΤΑΝΤ μπορούσε να ταχθεί… Όλα τα υπόλοιπα ήταν θεωρίες και όνειρα. Μοιραία οι σχέσεις της Ελλάδας με τους συμμάχους εκτραχύνθηκαν. Ούτε βέβαια οι σύμμαχοι και κυρίως οι Γάλλοι ήταν άμοιροι ευθυνών.

Υπό τον άθλιο στρατηγό Σαράϊγ, τον αισχρό στρατιωτικό ακόλουθο ντε Ρόκεφεϊγ και τους συν αυτοίς , οι Γάλλοι δήγησαν την κατάσταση στα άκρα στηρίζοντας τον Βενιζέλο. Μοιραία επήλθε και η σύγκρουση, στις 18 Νοεμβρίου, όταν στην Αθήνα διεξήχθη πραγματική μάχη μεταξύ Ελλήνων και συμμάχων με πολλούς νεκρούς εκατέρωθεν.

Οι σύμμαχοι δεν δίστασαν να επιβάλουν αποκλεισμό της Ελλάδας προκαλώντας λοιμό και λιμό. Τελικά υποχρέωσαν τον Κωνσταντίνο σε παραίτηση και επέβαλαν με τις λόγχες τους τον Βενιζέλο που είχε επαναστατήσει και συγκροτήσει την κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη.

Μετά την υποχρεωτική ενοποίηση της Ελλάδας αποφασίστηκε η αναδιοργάνωση του Ελληνικού στρατού και η συμμετοχή στον πόλεμο στο Μακεδονικό Μέτωπο, όπου μέχρι τότε πολεμούσαν οι τρεις μεραρχίες του Σώματος Στρατού της Εθνικής Άμυνας.

Στάση

Η ανασυγκρότηση των ελληνικών μεραρχιών του διαλυμένου στρατού ξεκίνησε σιγά-σιγά καθώς η κοινή γνώμη στην Ελλάδα είχε εν πολλοίς μεταστραφεί κατά των συμμάχων λόγω των ταπεινώσεων και του φονικού αποκλεισμού. Παρόλα αυτά η Ι Μεραρχία συγκροτήθηκε σχεδόν χωρίς σοβαρά προβλήματα. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και με την ΧΙΙΙ Μεραρχία.

Η μεραρχία άρχισε να επιστρατεύεται τον Ιανουάριο του 1918. Στις 19 Ιανουαρίου όμως στη Λαμία, έδρα του 2ου Συντάγματος Πεζικού (ΣΠ) ξέσπασε στασιαστικό κίνημα με πρωταίτιους αξιωματικούς. Η στάση ξέσπασε στις 22.00 το βράδυ με τους στασιαστές να εξέρχονται από τον στρατώνα οπλισμένοι βάλλοντας στον αέρα.

Αφού έσπασαν την πόρτα της αποθήκης οπλισμού εξόπλισαν και άλλους στρατιώτες, ορισμένους με τη βία και κατόπιν βγήκαν στην πόλη της Λαμίας διαδηλώνοντας κατά της ελληνικής συμμετοχής στον πόλεμο. Στην στάση προσχώρησαν και 100 περίπου άνδρες της ΧΙΙΙβ Μοίρας Ορειβατικού Πυροβολικού. Ο διοικητής του 2ου ΣΠ συνταγματάρχης Αθανάσιος Μάρκος προσπάθησε να συνετίσει τους στασιαστές αλλά απέτυχε.

Την επομένη κατέφθασαν στην πόλη ο διοικητής του Α’ Σώματος Στρατού αντιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος και ο μέραρχος, υποστράτηγος Νεγροπόντης μαζί με 400 άνδρες του 9ου ΣΠ Κρητών. Κατόπιν της επέμβασής τους η στάση κατεστάλη στη Λαμία. Ωστόσο πολλοί στασιαστές είχαν ήδη αποχωρήσει και βάδισαν προς τη Θήβα. Πίσω στη Λαμία συνήλθε έκτακτο στρατοδικείο που καταδίκασε σε θάνατο έναν υπαξιωματικό και έναν στρατιώτη που εκτελέστηκαν για παραδειγματισμό.

Στις 23 Ιανουαρίου ξέσπασε στάση και στη Θήβα. Οι στασιαστές κατέλαβαν τον σιδηροδρομικό σταθμό στο Σχηματάρι, αποκόπτοντας την κίνηση των συρμών. Έτσι στάλθηκε πάλι μια διλοχία του 9ου Κρητών. Στις 24 Ιανουαρίου η διλοχία έφτασε στην περιοχή των Θηβών όπου δέχτηκε πυρά. Ο στασιαστές, 400 περίπου, έχοντας επικεφαλής τέσσερις αξιωματικούς, είχαν αναπτυχθεί σε παρακείμενα υψώματα βάλλοντας.

Η διλοχία των Κρητών επιτέθηκε και ανέτρεψε τους στασιαστές, συλλαμβάνοντας πολλούς στασιαστές και τους τέσσερις επικεφαλής αξιωματικούς. Την επομένη συγκλήθηκε έκτακτο στρατοδικείο που καταδίκασε σε θάνατο τους τέσσερις αξιωματικούς αλλά και 16 ιδιώτες, εκ των οποίων οι δύο γυναίκες.

Με τον τρόπο αυτό έληξε το στασιαστικό κίνημα. Ωστόσο οι πληγές του διχασμού βάθυναν ακόμα περισσότερο. Αυτό φάνηκε στις εκλογές του 1920 και είχε συνέπεια την καταστροφή στη Μικρά Ασία. Ο διχασμός είχε τρομακτικές συνέπειες γενικώς για την Ελλάδα που έχασε τη Βόρεια Ήπειρο, έχασε τη Μικρά Ασία, αλλά έχασε και την Κύπρο που της παραχωρείτο.