Ραβάλι… Ο Ιταλός σφαγέας της δυτικής Μακεδονίας, ενορχηστρωμένη φρίκη

Η τραγωδία της Δυτικής Μακεδονίας κατά την περίοδο της κατοχής δεν έχει όμοιά της. Όλοι οι εχθροί τον ελληνισμού εμφανίζονται εκεί κατά την περίοδο της δουλείας, δρώντες με όλες τις σκοτεινές τους οργανώσεις. Η περίοδος 1941-44 εμφανίζει ανάλογα με αυτή του Μακεδονικού Αγώνα. Γερμανοί, Ιταλοί, Βούλγαροι, Αλβανοί, Ρουμάνοι συναγωνίζονταν συστηματικά για να καταστρέψουν τον ελληνισμό, να αλλοιώσουν τον εθνολογικό του χαρακτήρα.

Οι πιστότεροι σύμμαχοι των Βουλγάρων ήταν οι Ιταλοί που επεδίωξαν να εξουθενώσουν το ηθικό και το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων. Οι Ιταλοί, αμέσως μετά την κατάληψη της Ελλάδας, υιοθέτησαν την άποψη πως η Καστοριά ονομαζόταν «Καστρόπ» και κατοικείτο αποκλειστικά από Αλβανούς.

Έτσι για τους Ιταλούς ο νομός Καστοριάς έπρεπε να προσαρτηθεί στην Αλβανία. Για αυτό συγκέντρωσαν, με το αζημίωτο, άτομα του υποκόσμου τα οποία υπέγραφαν υπομνήματα προς τον Μουσολίνι με τα οποία ζητούσαν από τη «μεγάλη» Ιταλία να προσαρτήσει την Καστοριά. Οι Ιταλοί παράλληλα ενίσχυαν με κάθε τρόπο τους ρουμανίζοντες του «πρίγκιπα της Πίνδου» Αλκιβιάδη Διαμαντή, ο οποίος ονειρευόταν την σύσταση βλαχικού κράτους στην ελληνική επικράτεια.

Ψυχή της ιταλικής προσπάθειας συντριβής του ελληνισμού στη δυτική Μακεδονία ήταν ο Ιταλός υπολοχαγός Τζιοβάνι Ραβάλι. Ο Ραβάλι γεννήθηκε το 1910 στην Σικελία. Ήρθε στην Καστοριά με μετά την κατάληψή της και ανέλαβε να πνίξει, κυριολεκτικά, πάν το ελληνικό, μαζί με τον υπαρχηγό του Γκραντένικο. Συνεργάτης του ήταν και υπολοχαγός των Καραμπινιέρων Τζόνα.

Ο Ραβάλι υπηρετούσε στο 13ο Σύνταγμα της Μεραρχίας «Πινερόλο». Οι δε Ιταλοί φρούραρχοι που υπηρέτησαν στην Καστοριά ήταν ο συνταγματάρχης Φερέρα, ο οποίος είχε Ελληνίδα σύζυγο, ο συνταγματάρχης Ζουντίτσε και ο συνταγματάρχης Βενιέρι. Από αυτούς ο δεύτερος ήταν φανατικός φασίστας και καταδίωξε άγρια τους Έλληνες. Ο Βενιέρι ήταν ένας ηλικιωμένος άνδρας με ιδιαίτερη αγάπη στο ποτό και τις γυναίκες.

Ωστόσο ο εγκέφαλος πίσω από τις διώξεις των Ελλήνων ήταν πάντα ο Ραβάλι ο οποίος συνεργάστηκε στενά και με τον Βούλγαρο Κάλτσεφ. Ο Ραβάλι συγκέντρωσε γύρω του Αλβανούς, ρουμανίζοντες και Βούλγαρους ή μη ελληνικής εθνικής συνείδησης ντόπιους πράκτορες και τους χρησιμοποίησε κατά των Ελλήνων.

Οι βασικότεροι πράκτορες του Ραβάλι ήταν κυρίως Έλληνες υπήκοοι βουλγαρικής, (ή «μακεδονικής»)  εθνικής συνείδησης. Η ομάδα του Ραβάλι είναι υπεύθυνη για βασανισμούς, φόνους, λεηλασίες Ελλήνων. Πέραν των εν λόγω καθαρμάτων στα βασανιστήρια συμμετείχε και ο Ιταλός, ο οποίος καταδίωξε ιδιαίτερα Έλληνες χωροφύλακες, δικαστικούς και κάθε αρχή του τόπου.

Στόχος των Ιταλών ήταν η προσάρτηση στην Αλβανία των νομών Καστοριάς, Άρτας και Θεσπρωτίας. Ο Ραβάλι βρήκε πρόθυμους «Έλληνες» να συντάξουν και να υπογράψουν υπόμνημα προς τον Μουσολίνι με το οποίοι ζητούσαν την προσάρτηση στην Αλβανία. Το εν λόγω υπόμνημα οι συμμορίες του Ραβάλι περιέφεραν το υπόμνημα προς υπογραφή στους κατοίκους.

Ωστόσο το εγχείρημα το σταμάτησαν οι Γερμανοί, μετά από πιέσεις της κατοχικής κυβέρνησης της Αθήνας. Μετά από αυτό ο Ραβάλι οργάνωσε τα διαβόητα «τάγματα έρευνας», στα οποία κατατάχθηκαν τουλάχιστον 200 κομιτατζήδες. Τα τάγματα συνέλαβαν, βασάνισαν, φυλάκισαν και σκότωσαν δεκάδες Έλληνες. Όλοι οι Έλληνες που αποτελούσαν φύσει ή θέσει τους πρώτους των τοπικών κοινωνιών κυνηγήθηκαν άγρια – επιστήμονες, Ιερείς, αξιωματικοί της Χωροφυλακής, στρατιωτικοί… αλλά και μικροί μαθητές ακόμα.

Συστάθηκε μάλιστα και ειδικό στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Λάρισα. Στη δίκη Ραβάλι και Κάλτσεφ ο εισαγγελέας είπε στην αγόρευσή του: «Στη φυλακή οι κρατούμενοι δέρνονταν απάνθρωπα. Το γραφείο του διευθυντή των φυλακών Καστοριάς και τα υπόγεια της «Καραμπινιερίας» ήταν κέντρα βασανιστηρίων. Έγδυνα τους κρατούμενους τους ξάπλωναν πάνω σε τραπέζια ή γραφεία και τους έδερναν με ξύλα. Τα ξύλα έσπαγαν στα κεφάλια και τα πόδια των κρατουμένων. Οι τοίχοι ήταν κατακόκκινοι από τα αίματα και έφταναν στον ουρανό οι κραυγές. Ο ανθυπασπιστής Γιαννακούρος εδάρη ανηλεώς γιατί δεν χαιρέτισε έναν Ιταλό καραμπινιέρο, ο ανθυπασπιστής και άλλοι μαζί του διότι άκουγαν τον ραδιοφωνικό σταθμό του Λονδίνου… Τη νύχτα δεν μπορούσαν καν να βγουν από θάλαμο, όπου τους στοίβαζαν σαν ζώα, για την ανάγκη τους».

Οι βασανιστές πολλές φορές έκοβαν με μαχαίρια τους κρατούμενους και έριχναν στις πληγές καυτό λάδι και αλάτι. Όταν οι συμμορίες έφταναν σε ελληνικό χωριό ανάγγελλαν την έλευσή τους με χειροβομβίδες. Κατόπιν καλούσαν όλους τους άνδρες να συγκεντρωθούν στο σχολείο και τους κτυπούσαν για να μαρτυρήσουν που έχουν κρύψει όπλα. Ξερίζωναν τα γένια και τα μαλλιά των ιερέων.

Οι «ύποπτοι» δένονταν με τα χέρια πίσω και τους κρεμούσαν ώστε να αιωρούνται. Οι πόνοι ήταν αβάσταχτοι και σύντομα τα μέλη εξαρθρώνονταν. Σε μια περίπτωση χτυπούσαν «υπόπτους» με τα κοντάκια των όπλων επί τέσσερις ημέρες. Ακόμα αφαιρούσαν μια προς μία τις τρίχες των γυναικών, ενώ σε μια περίπτωση τοποθέτησαν αντλία στον πρωκτό θύματός τους για να εξαναγκάσουν έναν ιερά να αυνανιστεί δημόσια…

Ιταλοί αξιωματικοί που «διακρίθηκαν» στα βασανιστήρια ήταν ο υπολοχαγός Μιλανίτε, ο βιαστής λοχαγός Πρίμα, ο Γκραντένικο που έστριβε με πένσα τον αφαλό θύματός του, ο Αλναντόνα που απολάμβανε να πυρπολεί ο ίδιος ελληνικά σπίτια, ο Σπατάρο που σκότωσε, σε μια περίπτωση εντελώς αθώους Έλληνες βοσκούς.

Στο χωριό Άγιος Δημήτριος ο Σταύρος Γερμανός αφού λιποθύμησε από τα χτυπήματα, του έδωσαν να πιεί ούρα. Οι Βούλγαροι των ταγμάτων έρευνας προσέγγιζαν πολλούς Έλληνες και τους ζητούσαν να «δηλώσουν Βούλγαροι για να γλιτώσουν».

Αξίζει να αναφερθεί η περίπτωση του Σταύρου Σινάνογλου, που μετείχε στην αντίσταση και συνελήφθη κατόπι προδοσίας. Ο Σινάνογλου κυριολεκτικά μαρτύρησε. Πρώτα τον έδεσαν πίσω από ένα άλογο και το υποχρέωσαν να καλπάσει. Αιμόφυρτο, συνέχισαν να τον βασανίζουν επί εννέα μερόνυχτα, μέχρι που τον εκτέλεσαν αφού αρνήθηκε να προδώσει τους συμπολεμιστές του.

Πριν πεθάνει άφησε το εξής μήνυμα στους γονείς του: «Αγαπημένοι μου γονείς, όταν θα λάβετε την παρούσα επιστολή μου, εγώ δεν θα είμαι πια ζωντανός. Δεν θα κλάψετε για μένα. Δεν θέλω δάκρυα και θρήνους. Εσείς ξέρετε, διότι πάντα σας το έλεγα, ότι εγώ δεν θα πεθάνω άρρωστος στο κρεβάτι, αλλά θα πεθάνω όρθιος, μαχόμενος, και από μπαρούτι. Έτσι και θα γίνει σε λίγες ώρες. Μη στεναχωριέστε καθόλου. Το εναντίον, πρέπει να είστε υπερήφανοι για μένα, που θυσιάζομαι στον αγώνα για τη πατρίδα και την ελευθερία».

Τους παρακάλεσε να τυλίξουν το πτώμα του με τη Γαλανόλευκη πριν τον θάψουν κανονικά και πέθανε φωνάζοντας στο απόσπασμα «Ζήτω η Ελλάς».

Ο Ραβάλι και ο Κάλτσεφ αντιμετώπισαν την ελληνική δικαιοσύνη. Η δίκη τους κράτησε 4 μήνες. Ο δεύτερος έλαβε αυτό που του άξιζε, ενώπιον του εκτελεστικού αποσπάσματος. Ο Ραβάλι όμως καταδικάστηκε τρεις φορές σε ισόβια και φυλακίστηκε.

Απελευθερώθηκε όμως το 1959, κατόπιν πιέσεων της ιταλικής κυβέρνησης στην ελληνική, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες των κατοίκων του νομού Καστοριάς και τις εκατοντάδες επιστολές που απέστειλαν στον τότε βασιλιά Παύλο και τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Ο Ραβάλι επέστρεψε στην Ιταλία όπου ανέλαβε αστυνομικός διευθυντής στο Παλέρμο της Σικελίας και έφτασε αργότερα να διοριστεί και σύμβουλος της ιταλικής κυβέρνησης. Πέθανε στη Ρώμη το 1998, πλήρης ημερών…