Βερολίνο 1945: Απόσπασμα Στρατιάς Στάινερ… Η έσχατη ονείρωξη του Χίτλερ

Τέσσερις μόλις μέρες μετά την έναρξη της επίθεσης τους κατά του Βερολίνου, στις 20 Απριλίου 1945, οι Σοβιετικοί είχαν διασπάσει το γερμανικό μέτωπο βόρεια και νότια της πόλης και με ταχύ ρυθμό προχωρούσαν στην περικύκλωση της πόλης. Οι γερμανικές δυνάμεις δεν ήταν, πλέον, σε θέση να αμφισβητήσουν, ούτε για μια στιγμή, την υπεροχή των Σοβιετικών. Υπήρχε όμως κάποιος που αρνείτο κατηγορηματικά να δει την πραγματικότητα. Ήταν ο Αδόλφος Χίτλερ.

Το πρωινό της 20ης Απριλίου το τηλέφωνο ηχούσε δαιμονισμένα στο τηλεφωνικό κέντρο του υπογείου καταφυγίου του Χίτλερ. Ο αυλοκόλακας στρατηγός Κρεμπς επιτελάρχης της Ανωτάτης Διοίκησης Στρατού (ΟΚΗ), ελάμβανε συνεχώς κακές ειδήσεις. Ο στρατηγός Χαϊνρίτσι, ο επικεφαλής των στρατιών που υπεράσπιζαν το Βερολίνο (Ομάδα Στρατιών Βιστούλα), επικοινωνούσε συνεχώς με τον Κρεμπς ζητώντας του να πείσει τον Χίτλερ να εγκρίνει την υποχώρηση της 9ης Στρατιάς, που είχε διασπαστεί από την σοβιετική επίθεση, σε νέες θέσεις εγγύτερα του Βερολίνου.

Το αίτημα του, όμως, απορρίφθηκε και ο Χίτλερ, μέσω του Κρεμπς, ζήτησε από τον διοικητή της 9ης Στρατιάς, στρατηγό Μπούσε, να κρατήσει τις θέσεις του, καλύπτοντας με «κάποιον τρόπο» και τις δύο εκτεθειμένες πτέρυγες και τα νώτα του.

Το πρωινό της 21ης Απριλίου ο Χίτλερ ξύπνησε, στις 09.30, από τον ήχο των σοβιετικών οβίδων. Στις 14.30 έλαβε χώρα, στο μπούνκερ (το υπόγειο καταφύγιό του κάτω από την καγκελαρία), η καθιερωμένη μεσημβρινή σύσκεψη. Παρόντες ήταν, εκτός του Χίτλερ και του Κρεμπς, ο επίσης αυλοκόλακας στρατάρχης Κάιτελ και ο αρχιναύαρχος Νταίνιτς. Η πλέον ανησυχητική εξέλιξη, κατά τον Χίτλερ, ήταν η εις βάθος προώθηση των Σοβιετικών στον βόρειο τομέα της πόλης. Η προέλαση των δυνάμεων του στρατάρχη Κόνιεφ από τα νότια, δεν φάνηκε να τον απασχολεί.

Προς αντιμετώπιση της απειλής, στον βόρειο τομέα, ο Χίτλερ οργάνωσε μόνος του μία αντεπίθεση, που θα πέταγε τους Ρώσους πίσω, πέρα από τον Όντερ. Την ευθύνη διεξαγωγής της επίθεσης ανέλαβε ο στρατηγός των SS Φέλιξ Στάινερ, επικεφαλής του «Αποσπάσματος Στρατιάς Στάινερ», όπως, ο Χίτλερ, ονόμασε την ανύπαρκτη, κατά τα άλλα, διοίκηση του άτυχου στρατηγού.

Ο Χίτλερ, κοιτώντας τον χάρτη του, έδειξε με το δάχτυλό του και αναφώνησε: «Στάινερ, Στάινερ, Στάινερ». Υπολόγιζε ότι οι δυνάμεις του Στάινερ θα πλαγιοκοπούσαν το πλευρό των προελαυνουσών δυνάμεων του Σοβιετικού στρατάρχη Ζούκωφ και θα τους κατάφερναν τέτοιο πλήγμα, ώστε θα τις εξανάγκαζαν σε άτακτη υποχώρηση.

Παράλληλα στο νοτίως της πόλης μέτωπο, η κυκλωμένη 9η Στρατιά, διατασσόταν να επιτεθεί και «να καταστρέψει τις θωρακισμένες δυνάμεις του Κόνιεφ, που βρισκόταν στα νώτα της». Το αν μπορούσε να γίνει αυτό, φυσικά, δεν τον απασχολούσε. Θα μπορούσε, άλλωστε, με την ίδια ευκολία να διατάξει να καταληφθεί η Σελήνη. Στο μυαλό του Χίτλερ δεν υπήρχαν εμπόδια. Η δύναμη τα θέλησης μπορούσε όλα τα υπερνικήσει!

Παρόλα αυτά, η περιβόητη «επίθεση Στάινερ», προσωπική, όπως ειπώθηκε έμπνευση του «Φύρερ», όχι μόνο δεν είχε ελπίδες επιτυχίας, αλλά δεν ήταν καν δυνατό να εκδηλωθεί. Σύμφωνα με τον Χίτλερ ο Στάινερ διέθετε πέντε Μεραρχίες Γρεναδιέρων Πάντσερ (μηχανοκίνητες), ενώ την επίθεση του θα υποστήριζε η Luftwaffe και όλο το διαθέσιμο πυροβολικό.

Ο Στάινερ όμως δεν είχε ποτέ πέντε μεραρχίες, είχε μόνο τρεις και αυτές ημιδιαλυμένες. Τις πλέον αξιόμαχες μεραρχίες του, την μεραρχία των Waffen SS Nordland και τη μεραρχία Waffen SS Nederland τις είχε διαθέσει στην καταρρέουσα 9η Στρατιά. Άλλες δύο μεραρχίες τις είχε διαθέσει στην 3η Στρατιάς Πάντσερ για να αντιμετωπίσει την απειλή στο δεξιό της πλευρό από την προέλαση του Ζούκοφ. Αυτό που του απέμεινε ήταν ένα συνονθύλευμα ανδρών κάθε ηλικίας και καταγωγής, οπλισμένων με κάθε διαθέσιμο όπλο, από αντιαρματικές γροθιές ως ιταλικά υποπολυβόλα, με ελάχιστα πολυβόλα, χωρίς πυροβολικό, χωρίς άρματα και φυσικά, χωρίς καμία προοπτική υποστήριξης από τη Luftwaffe .

O Χίτλερ, με διαταγή του, που απέστειλε στις 16.50 της 21ης Απριλίου στον ίδιο τον Στάινερ, τον καθιστούσε υπεύθυνο για την εκτέλεση της επίθεσης. Η ποινή για την μη ορθή εκτέλεση ήταν ο θάνατος. «Από την επιτυχία της αποστολής σας εξαρτάτε η τύχη της γερμανικής πρωτεύουσας», έγραφε. Αμέσως ο Στάινερ τηλεφώνησε στον Κρεμπς, του εξήγησε την κατάσταση και του είπε ότι απλά δεν είχε καν στρατεύματα για να επιτεθεί με αυτά. Τότε άρπαξε το ακουστικό ο Χίτλερ και είπε στον εμβρόντητο στρατηγό: «Θα δεις Στάινερ, θα δεις. Οι Ρώσοι θα υποστούν τη μεγαλύτερη ήττα τους μπροστά από τις πύλες του Βερολίνου». «Του είπα», αναφέρει ο Στάινερ, «ότι θεωρώ την κατάσταση απελπιστική. Με αγνόησε». Λίγο αργότερα ήρθε και η γραπτή διαταγή.

Ο Χίτλερ επίσης απέφυγε να ενημερώσει τον Χαϊνρίτσι για την απόφασή του, γνωρίζοντας, προφανώς ότι ο στρατηγός θα επιχειρούσε να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Ο ίδιος ο Στάινερ δήλωσε το 1948: «Δεν είχα τίποτα για να επιτεθώ με αυτό. Οι τρεις εφεδρικές μεραρχίες (4η SS, 25η Γρεναδιέρων και 5η Κυνηγών) που τέθηκαν υπό τις διαταγές μου, στο Σορφέιντε, είχαν επίσης διαταχθεί να υποστηρίξουν την σε απελπιστική κατάσταση ευρισκόμενη 3η Στρατιά Πάντσερ και είχαν εμπλακεί σε μια μάταια προσπάθεια να σταματήσουν τη ρωσική διείσδυση προς τα δυτικά.

“Οι δύο νέες μεραρχίες που μου είχαν υποσχεθεί δεν έφτασαν ποτέ. Αρνήθηκα να εμπλέξω αυτό το συνονθύλευμα των ανεκπαίδευτων ανδρών. Δεν ήθελα να χάσω τους στρατιώτες μου σε μια επιχείρηση εξαρχής καταδικασμένη σε αποτυχία. Το σχέδιο της επίθεσης βασιζόταν σε δεδομένα τα οποία πλέον δεν ίσχυαν, παρά μόνο στη φαντασία της καγκελαρίας».

Την επομένη ο Χίτλερ σηκώθηκε στις 09.00. Αμέσως μετά ζήτησε να του αναφέρουν τα σχετικά με την εξέλιξη της επίθεσης του Στάινερ. Οι πληροφορίες όμως ήταν συγκεχυμένες. Από το αρχηγείο των SS εστάλη η πληροφορία ότι η επίθεση εκτοξεύθηκε. Αντίθετα το αρχηγείο της Luftwaffe ανέφερε ότι η επίθεση δεν είχε καν εκδηλωθεί. Σε αυτό το κλίμα άρχισε στις 15.00 η σύσκεψη επί της στρατιωτικής κατάστασης.

Η ατμόσφαιρα κατέστη ζοφερή όταν οι στρατηγοί έθιξαν το επίμαχο θέμα, την «επίθεση Στάινερ». Η επίθεση δεν είχε καν εκδηλωθεί. Παρά τον «σοφό» σχεδιασμό από μέρους του, παρά τις απειλές που εκτόξευσε κατά του Στάινερ, η επίθεση δεν εκδηλώθηκε ποτέ. Αυτό ήταν βαρύ πλήγμα για τον Χίτλερ, ο οποίος έξαλλος κυριολεκτικά άρχισε να κραυγάζει. Επί τρεις ώρες οι ακροατές του έτρεμαν μπροστά στην οργή του. Ήταν τότε που ο Χίτλερ αποφάσισε να μείνει στο Βερολίνο και να αυτοκτονήσει.