ΒΙΕΤΝΑΜ: Το σχέδιο “ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΗΣΗΣ”… Προπαγάνδα και βρώμικος πόλεμος

Η «Ειρηνοποίηση» ήταν ένας από τους μεγάλους ευφημισμούς που χρησιμοποίησαν Αμερικανοί και Νοτιοβιετναμέζοι, για να καλύψουν διάφορες δραστηριότητες, σχετιζόμενες με την ασφάλεια, την αντικατασκοπία, την πολεμική οικονομία και την μεταχείριση των αμάχων.Σύμφωνα με τη διαδικασία ειρηνοποίησης, δύο ήταν οι βασικές τακτικές των κυβερνητικών δυνάμεων.

Μετά την εκκαθάριση μιας περιοχές από Βιέτ Κονγκ, είτε αναπτύσσονταν στη περιοχή ειδικές αστυνομικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις, είτε, εάν η περιοχή δεν μπορούσε εύκολα να εξασφαλισθεί, εκκενώνονταν από τον πληθυσμό της.

Ο κύριος στόχος των επιχειρήσεων ειρηνοποίησης ήταν η αντιμετώπιση της βορειοβιετναμικής προπαγάνδας, η οποία αποτελούσε μεγάλο όπλο στα χέρια των κομμουνιστών. Οι ΗΠΑ παρείχαν αφειδώς τους αναγκαίους πόρους, χωρίς όμως το επιθυμητό αποτέλεσμα να επιτευχθεί. Η βασική αιτία της αποτυχίας αυτής δεν ήταν άλλη από την πολιτική αστάθεια και τη διαφθορά που μάστιζαν το Νότιο Βιετνάμ.

Ακόμα και μετά τη μαζική άφιξη αμερικανικών στρατευμάτων, το 1966, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα μια σχετική σταθεροποίηση της στρατιωτικής κατάστασης, οι βραχύβιες κυβερνήσεις της Σαϊγκόν δεν κατάφεραν ποτέ, σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, να περιορίσουν την βορειοβιετναμική επιρροή και να αυξήσουν την δική τους στους πληθυσμούς του Νοτίου Βιετνάμ. Προγράμματα όπως των «οχυρωμένων χωριών», του προέδρου του Νοτίου Βιετνάμ Ντιέμ, ή των αντιστοίχων που ακολούθησαν οι διάδοχοί του, δεν ήταν σε καμία περίπτωση δημοφιλή.

Εξάλλου, για την πλειοψηφία των Νοτιοβιετναμέζων, ο πόλεμος δεν σήμαινε τίποτα, από τη στιγμή που οι βιοτικές ανάγκες αποτελούσαν το πλέον πιεστικό πρόβλημα. Κάθε επιχείρηση «ειρηνοποίησης» λοιπό, θα έπρεπε εξ’ ορισμού, να λαμβάνει υπόψη τον παράγοντα αυτό.

Εφόσον η χώρα στηριζόταν κατά βάση στην γεωργική οικονομία έπρεπε οι εκάστοτε κυβερνήσεις να στρέψουν προς τα εκεί το ενδιαφέρον τους, στηρίζοντας την αγροτική τάξη και κυρίως τους μικροκαλλιεργητές, που αποτελούσαν και τον κορμό της νοτιοβιετναμικής κοινωνίας. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη ποτέ.

Οι αγρότες ούτε ασφαλείς ένιωθαν, αφού δεν προστατεύονταναπότις κυβερνητικές δυνάμεις, ούτε οικονομικά στηρίχθηκαν ποτέ από τις διεφθαρμένες κυβερνήσεις της Σαϊγκόν. Από την πλευρά τους, οι Αμερικανοί, διέθεσαν τεράστια ποσά στην «ειρηνοποίηση», συγκροτώντας μάλιστα και έναν ειδικό οργανισμό διαχείρισης τον CORDS (Civil Operations Rural Development Support), ο οποίος όμως σταδιακά ενεπλάκη και σε άλλες δραστηριότητες, περισσότερο στρατιωτικές.

Οικονομική βοήθεια προσέφεραν στο Νότιο Βιετνάμ και η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία. Η κατάσταση βελτιώθηκε κάπως το 1967, μετά τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης του προέδρου Τιέου. Νέα μέτρα ελήφθησαν, υπό την αμερικανική πίεση, όπως η οργάνωση δύναμης πολιτοφυλάκων ανά χωριό, η επέκταση των προγραμμάτων τύπου «οχυρωμένων χωριών» κ.λ.π.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν, το 1967, να θεωρείται ασφαλές το 67% τουνοτιοβιετναμικού εδάφους. Ο αριθμός όμως αυτός ήταν μάλλον πλασματικός, όπως φάνηκε και κατά την επίθεση του Τετ, τον Ιανουάριο του1968. Παρά την ήττα τους στο πεδίο της μάχης, οι Βορειοβιετναμέζοι πέτυχαν να δημιουργήσουν ένα νέο κύμα τρομοκρατημένων αγροτών, οι οποίοι εγκατέλειπαν τη γη τους και κατέφευγαν, παρίες, στις πόλεις.

Οι Αμερικάνοι προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν πάντως την ήττα των αντιπάλων τους, επισπεύδοντας τα διάφορα προγράμματα «ειρηνοποίησης» και αρχίζοντας παράλληλες επιχειρήσεις υπόσκαψης της αντιπάλου προπαγάνδας. Ένα από αυτά ήταν και το διαβόητο πρόγραμμα «Φοίνιξ», το οποίο προέβλεπε την «εξουδετέρωση» των κομμουνιστών και των συμπαθούντων που ζούσαν στο Νότιο Βιετνάμ και την αποκάλυψη βορειοβιετναμικών πυρήνων. Η «εξουδετέρωση» δεν σήμαινε πάντοτε την δολοφονία.

Σε πολλές περιπτώσεις πολλοί κομμουνιστές ή συνεργάτες τους φυλακίσθηκαν ή πείσθηκαν να αυτομολήσουν. Μετά ειδικά την αποτυχία της επίθεσης του Τετ και λόγω των τρομακτικών απωλειών που υπέστησαν, οι Βορειοβιετναμέζοι έχασαν σε μεγάλο βαθμό τον έλεγχο των εδαφών του Νοτίου Βιετνάμ.

Επίσης, για πρώτη φορά, παρατηρήθηκε σοβαρή κάμψη του ηθικού τους, ώστε το 1969, οι αυτόμολοι έφτασαν, κατά μέσο όρο, τους 4.000 μηνιαίως. Ήταν η χρυσή εποχή της «ειρηνοποιήσεως». Ακολούθως ελήφθησαν και ορισμένα ευγεργετικά μέτρα για τον πληθυσμό,από την κυβέρνηση της Σαϊγκόν, όπως για παράδειγμα ένας μερικός αναδασμός, χάρις του οποίου 600.000 αγρότες έλαβαν κλήρους γης.

Ωστόσο όλα κράτησαν λίγο. Καθώς οι Αμερικανοί, σταδιακά, άρχισαν να αποσύρουν δυνάμεις, οι παλαιές ασθένειες εμφανίστηκαν ξανά. Ο Νοτιοβιετναμικός Στρατός, προϊόν της νοτιοβιετναμικής κοινωνίας, φάνηκε αδύναμος στην αντιμετώπιση του αναδιοργανωμένου εχθρού, ενώ η ίδια η νοτιοβιετναμική κοινωνία, έδειξε ότι δεν είχε, ή δεν ήθελε να έχει, το απαραίτητο σφρίγος για να αντιδράσει.