Βίτσι, 10 Αυγούστου 1949: Η ΕΒΑ την πρώτη ημέρα της κρίσιμης μάχης

Σταθμίζοντας την κατάσταση, μετά την παραπλανητική επίθεση στο Γράμμο, ο αρχιστράτηγος Παπάγος έκρινε πως είχε έρθει η ώρα να εξαπολύσει την πρώτη κύρια επίθεση με στόχο το Βίτσι, το κύριο αμυντικό στήριγμα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ). Η Πολεμική Αεροπορία (ΠΑ, τότε Ελληνική Βασιλική Αεροπορία – ΕΒΑ) και πάλι κλήθηκε να προετοιμάσει το έδαφος.

Οι 335η, 336η και 337η Μοίρες με επικεφαλής τους σμηναγό Σινούρη, σμηναγό Αθανασόπουλο και σμηναγό Λουκόπουλο, αντίστοιχα, καθώς και το σμήνος των «βομβαρδιστικών» Dakota, υπό τον σμηναγό Παπουτσή, βρίσκονταν σε απόλυτη πολεμική ετοιμότητα (τα Dakota ήταν μεταφορικά αεροσκάφη που μετατράπηκαν, με «πατέντες» σε αυτοσχέδια βομβαρδιστικά). Το απόγευμα της 9ης Αυγούστου πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο αεροδρόμιο της Κοζάνης.

Εκεί αποφασίστηκε ότι κάθε μοίρα θα εκτελούσε τουλάχιστον 4 εξόδους επ’ ωφελεία κυρίως της ΙΙΙ Μεραρχίας Καταδρομών. Στόχος του σχεδίου ήταν να ριφθεί ο μεγαλύτερος δυνατός όγκος αεροσκαφών σε περιορισμένο χώρο, για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο. Με τον τρόπο αυτό τα υλικά, αλλά και ηθικά αποτελέσματα έναντι του αντιπάλου θα ήταν συντριπτικά.

Dakota

Την επομένη, 10 Αυγούστου, πριν χαράξει καλά – καλά, ξεκίνησαν πρώτα τα μετασκευασμένα Dakota. Λίγα λεπτά αργότερα ακολούθησαν τα πρώτα Spitfire. Στόχος τους ήταν το βασικό τηλεφωνικό κέντρο του ΔΣΕ στις Καρυές Πρεσπών, το οποίο είχε εντοπιστεί από αεροφωτογραφίες. Σύντομα δεν είχε μείνει τίποτα όρθιο από αυτό. Αλλά και τα Dakota εκτέλεσαν την αποστολή τους με φιλοτιμία, εκτός από ένα.

Το ένα αυτό αυτοσχέδιο βομβαρδιστικό είχε ως στόχο τον βομβαρδισμό ακριβείας του αρχηγείου της 102ης ταξιαρχίας του ΔΣΕ. Κατά τη φάση της προσέγγισης όμως το αεροσκάφος δέχτηκε βροχή αντιαεροπορικών πυρών. Ένα βλήμα των 20 χλστ. το έπληξε σοβαρά στη δεξιά πτέρυγα, τρυπώντας τη δεξαμενή καυσίμου και αχρηστεύοντας το υδραυλικό του σύστημα. Η κατάσταση ήταν κρίσιμη για το πλήρωμα, τον χειριστή σμηναγό Τσιτσόγλου, τον επισμηναγό Γιαννάτο και τον βομβαρδιστή αρχισμηνία Πειρασμάκη.

Το αεροσκάφος από στιγμή σε στιγμή κινδύνευε να πάρει φωτιά. Παρόλα αυτά όταν ο χειριστής κατάλαβε ότι το αεροπλάνο μπορούσε ακόμα να πετά αποφάσισε να συνεχίσει την αποστολή του! Στράφηκε προς τον στόχο και πετώντας υποχρεωτικά ευθεία, αδιαφορώντας ουσιαστικά για τα αντίπαλα πυρά, έριξε με εξαιρετική ακρίβεια τις βόμβες του στο στόχο.

Οι στρατιώτες με δέος κοιτούσαν το μοναχικό Dakota καθώς φανερά καταπονημένο στράφηκε τώρα για τη βάση του. Τα σκέλη των τροχών είχαν αχρηστευθεί και κρέμονταν παράλυτα. Παρόλα αυτά, με εξαίρετη ψυχραιμία ο χειριστής του το «προσγείωσε» με την κοιλιά στη Λάρισα.

Έρχονται τα Spits

Την ώρα που συνέβαιναν αυτά, 32 Spitfire φορτωμένα με βόμβες και ρουκέτες βρίσκονταν ήδη στον αέρα, έτοιμα να υποστηρίξουν την επίθεση του Ελληνικού Στρατού κατά του ισχυρά οχυρωμένου υψώματος Πολενάτα και του υψώματος 1685. Από αυτά τα 20, με επικεφαλής τον επισμηναγό Κατσιμπούρη επιτέθηκαν στο ύψωμα Πολενάτα και τα υπόλοιπα, με επικεφαλής τον σμηναγό Λουκόπουλο, στο ύψωμα 1685.

Η επίθεση στην Πολενάτα είχε τρομακτική ισχύ. Πολυβολεία, πυροβολεία, σταθμοί διοίκησης του ΔΣΕ γίνονται κομμάτια, τινάζονται στον αέρα. Τεράστια σύννεφα καπνού σκεπάζουν το βουνό. Από το έδαφος , την ίδια ώρα, εξόρμησε η 22η Ταξιαρχία Πεζικού.

Τα αεροσκάφη δεν ξεκουράζονται. Μετά την πρώτη έξοδο επέστρεψαν στην Κοζάνη, ανεφοδιάστηκαν, επανεξοπλίστηκαν και ετοιμάστηκαν για την επόμενη έξοδο. Στόχος και πάλι η Πολενάτα. Αυτή τη φορά τα δύο κύματα των Spitfire ήταν ισοδύναμα, με 16 αεροσκάφη το καθένα, τα μισά με ρουκέτες και τα άλλα με εμπρηστικές βόμβες. Επικεφαλής των «ρουκετοβόλων» ήταν ο σμηναγός Σινούρης και των «εμπρηστικών» ο γνωστός Ηλίας Καρταλαμάκης.

Στο μεταξύ οι χερσαίες δυνάμεις, εκμεταλλευόμενες την πρώτη αεροπορική επίθεση είχαν φτάσει σε απόσταση εφόδου από τα οχυρώματα του ΔΣΕ. Εκεί όμως καθηλώθηκε στη γραμμή των πολυβολείων. Βάσει του σχεδίου πυρός που είχε καταρτισθεί την προηγούμενη, η αεροπορία θα εκτελούσε τη δεύτερη επίθεση στις 09.30 ακριβώς. Η καθηλωμένη όμως 22η Ταξιαρχία του Στρατού ζήτησε αναβολή για μια ώρα του βομβαρδισμού, για να αναδιοργανωθεί για να είναι έτοιμη να εκμεταλλευτεί τα αποτελέσματα της αεροπορικής επίθεσης.

Το πρόβλημα ήταν ότι τα Spitfire δεν είχαν αρκετή αυτονομία, ώστε να παραμείνουν για τόση ώρα στον αέρα. Αλλά και αν έμεναν δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν. Αγωνιώντας μέσα στα αεροσκάφη τους, οι επικεφαλής ζήτησαν οδηγίες και έλαβαν τη διαταγή: «Κρατηθείτε στον αέρα, ακόμα και με τα δόντια». Αγόγγυστα οι αεροπόροι δέχτηκαν τον σταυρό, που για πολλούς από αυτούς μπορούσε να σημαίνει και θάνατο.

Ευτυχώς η 22η Ταξιαρχία κατάφερε να ετοιμαστεί στον μισό χρόνο και με 25 λεπτά καθυστέρηση τα Spitfire διατάχτηκαν να εφορμήσουν. Να πως περιγράφει τη στιγμή ο πιλότος Ηλίας Καρταλαμάκης: «Πριν βουτήξω δίνω μια τελευταία απαραίτητη οδηγία στον σχηματισμό μου. “Μαύρος σχηματισμός. Μαύρος σχηματισμός από Μαύρο Ένα. Πάρτε θέσεις προσβολής. Διακόπτες θέση βομβών. Έτοιμος”. Χωρίς να περιμένω απάντηση, πάνω από τα Κουκουλθούρια στρέφω τα πυροβόλα μου και καρφώνω το φωτεινό σταυρό (του σκοπευτικού) στο αριστερό τόξο του στόχου, σύμφωνα με την τακτική προσβολής.

“Η βελόνα του ταχύμετρού μου παίρνει στροφή προς τα μεγάλα νούμερα ενώ του υψόμετρου δείχνει πως κατεβαίνω βιαστικά με μεγάλη ταχύτητα. Δεν αργούν να μας υποδεχτούν τα αντιαεροπορικά με τις τροχιοδεικτικές τους. Μας χτυπάνε από τα πλευρά γιατί τα ρουκετοβόλα που περάσανε σάρωσαν κάθε οργανωμένη αντιαεροπορική άμυνα. Φτάνοντας στα 500 μέτρα χτυπάω με τα κανόνια μου, με διασπορά μέσα στα χαρακώματα, και φτάνω χτυπώντας μέχρι τα 15 μέτρα πάνω από τον στόχο, όπου και αφήνω τις εμπρηστικές.

“Καθώς είχα το μάτι καρφωμένο στο στόχο μου, με την ταχύτητα των 450 χλμ. βλέπω το έδαφος να έρχεται επάνω μου…Αφήνοντας τις βόμβες μου εξακολουθώ πολυβολώντας μέχρι της Πολενάτα ΙΙ και από εκεί παίρνω τον διάδρομο εξόδου Ρότο – Μπίκοβικ και ξαναγυρίζω πάνω από το Βίτσι. Σε αυτόν τον καιρό έχω την ευκαιρία να κοιτάξω πάλι το στόχο και να δω τη δουλεία των άλλων Spitfire. Νιώθω ικανοποιημένος και περήφανος γιατί όλα τα αεροπλάνα του σχηματισμού μου ρίξανε τις βόμβες τους σύμφωνα με την υπόσχεση που τους είχα αποσπάσει, δηλαδή κάτω από τα 15 μέτρα, αψηφώντας κάθε κίνδυνο και κάθε αντιαεροπορική δράση…

“Με την πρώτη βόλτα, πετώντας χαμηλά πάνω από την Πολενάτα που ακόμα καίγεται βλέπω στην νοτιοανατολική πλευρά τα φανταράκια μας σκαρφαλώνουν και να μπαίνουν στην περιοχή του στόχου μέσα από τα χαρακώματα Το αίσθημα που ένιωσα αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να το περιγράψω. Μια χαρά με κυριεύει και περνώντας πάνω από τα κεφάλια των φαντάρων μας πατάω τα πολυβόλα και κανόνια προς την πυραμίδα του στόχου…Δύο-τρεις βόλτες ακόμα πάνω από την Πολενάτα I και πέφτει η φωτοβολίδα, σινιάλο πως ο σκοπός της Ταξιαρχίας πέτυχε».

Την πρώτη μέρα της μάχης του Βίτσι – 10 Αυγούστου 1949 – η EBA πραγματοποίησε 164 πολεμικές εξόδους, προσφέροντας τεράστια υπηρεσία στον Στρατό, με κάθε τρόπο. Μια σχετικά άγνωστη πτυχή της αεροπορικής μάχης ήταν και η ρίψη ανδρείκελων, εν είδει αλεξιπτωτιστών, από τα Dakota στην περιοχή των Πρεσπών, για να διασπαστεί η προσοχή του ΔΣΕ.