Ξεκουραστείτε αδέρφια… Δεν σας ξεχάσαμε, δεν είναι δυνατό να ξεχαστείτε (vid.)

Τι να γράψει κανείς για τον Πόλεμο του 1940; Ο Πόλεμος αυτός είναι κάτι πολύ παραπάνω από αλληλοδιάδοχα πολεμικά συμβάντα, μάχες και επιχειρήσεις. Απέχει παρασάγγες από την πραγματικότητα όποιος επιχειρήσει να αντιμετωπίσει με τέτοια ασέβεια ένα τέτοιο καταπληκτικό γεγονός, μια πραγματική θρησκευτική τελετουργία. Ο Πόλεμος του 1940 ξεφεύγει από τη σφαίρα της λογικής, από την ορθολογιστική εξέταση, μέσω της επιστήμης της ιστορίας.

Είναι κάτι άλλο, είναι πράγματι ένα Έπος, αντίστοιχο του Ομηρικού, που όμως δυστυχώς δεν βρέθηκε άλλος Όμηρος να το ψάλλει όπως του πρέπει. Ένας στην Τροία ο Αχιλλέας, ο Οδυσσέας, ο Έκτορας, ο Διομήδης. Χιλιάδες στην Πίνδο, χιλιάδες στο Καλπάκι, χιλιάδες στην Μόροβα, και στο Ιβάν, χιλιάδες στο Πόγραδετς, στην Κλεισούρα, στην Τρεμπεσίνα. Αυτή είναι και η μεγαλοσύνη του ’40. Στον Πόλεμο αυτό δεν διακρίθηκαν μερικοί ήρωες. Έγιναν όλοι ήρωες. Αυτόματα, από τη στιγμή που ο Μεταξάς πρόφερε το ΟΧΙ ένας λαός ηρώων πρόβαλε, 8.000.000 ήρωες, κόντρα στα 8.000.000 λόγχες του Μουσολίνι.

Και ήταν ήρωες γιατί δεν πολεμούσαν για τη νίκη. Η νίκη δεν ήταν το επιδιωκόμενο, γιατί όλοι γνώριζαν ότι στο τέλος «οι βάρβαροι θα διαβούνε», μόνοι ή με βοήθεια βαρβάρων άλλων. Πολεμούσαν για την τιμή, για την αιώνια δόξα που λέγεται Ελλάδα. Έτσι για να πάνε κόντρα και στον θάνατο τον ίδιο, όπως εκείνος ο παλιός ο Έλληνας που καταπρόσωπο τον κτύπησε «στα μαρμαρένια αλώνια». Πια άλλη επιλογή είχαν; Να γίνουν σκλάβοι; Οι αιώνες βάραιναν πάνω τους. Ο ίδιος ο Μεταξάς έθεσε το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση. «Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένας λαός οφείλει, εάν θέλει να μείνει μεγάλος, να είναι ικανός να πολεμήσει, έστω και χωρίς καμιά ελπίδα νίκης». Τούτη η φράση του πατέρα της νίκης του ’40 τα λέει όλα.

Με αυτές τις σκέψεις κίνησαν οι Έλληνες του ’40 για τον πόλεμο, «με το χαμόγελο στα χείλη», με μια Βέμπο να τους τραγουδά, με ένα μικρό εικόνισμα της εκδικήτρας της Τήνου Παναγιάς στην τσέπη, με την εικόνα της γυναίκας, των παιδιών και των γονιών μες το μυαλό βαθιά. Το «Ω παίδες Ελλήνων, ίτε, ελευθερούτε πατρίδι, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων. Νυν υπέρ πάντων αγών» των Σαλαμινομάχων ακούστηκε και πάλι τότε, όχι τυχαία.

Μια δύναμη άγνωστη ξεπετάχτηκε, μοναδική, ενός ολόκληρου λαού που εκούσια προτίμησε τον θάνατο απ’ την ατίμωση, απ’ τη σκλαβιά. Υψώθηκε στον ουρανό. Έφτασε, προσευχή, στην ταπεινωμένη Πλατυτέρα και στον Υιό Της. Και το θαύμα έγινε. Οι αποφασισμένοι να πεθάνουν κατατρόπωσαν, όχι μόνο τον εχθρό, αλλά τον θάνατο τον ίδιο. Πέρασαν στην αθανασία. Έγιναν οι ίδιοι σύμβολα, όσια και ιερά. Άφησαν παρακαταθήκη το αίμα τους. Και κάρπισε το αίμα τους. Ακόμα και σήμερα καρπίζει. Κι ας μη φαίνεται. Ο σπόρος είναι εκεί. Απλώς περιμένει.